- Έννοια
- Γλωσσάρι της Άνδρου
- Νοριά
- Λέξη κλειδί
- Ελληνικά
-
- (Ανορέα) Εδαφική έκταση για βοσκή ή καλλιέργεια, που ανήκε από κοινού. Κάθε χωριό είχε δύο νοριές, την πάνω και κάτω, από τις οποίες η μία σπερνόταν και η άλλη αφηνόταν για βοσκή των ζώων. Κάθε οκτώ ή δέκα χρόνια άλλαζε η νοριά και σπερνόταν πλέον η νοριά που π.χ. την προηγούμενη οκταετία ή δεκαετία αφηνόταν για βοσκή. Αλλαγή νοριάς γινόταν την ημέρα του Άι Γιαννιού, στις 29 Αυγούστου. Τίτος Γιοχάλας, Άνδρος, Αρβανίτες και Αρβανίτικα, Αθήνα 2000 (εκδόσεις Πατάκη)
Νοργιά
Used as keyword 1 Προβολή λίστας



